Δράσεις Πλησίον Street Work

Αδέσποτες ψυχές

Σάββατο μεσημέρι και με γεμάτο πορτοφόλι φτάνω στο Σύνταγμα για το αντιμελαγχολικό μου χάπι, shopping therapy.

Αυτή η βόλτα όμως έχει τελικά μια δόση μελαγχολίας. Περπατώ στην κεντρική πλατεία. Πολύχρωμα μπαλόνια, καλοντυμένοι άνθρωποι, τσάντες Louis Vuitton που τις σέρνουν κυρίες, παιδάκια με το υπερκαταναλωτικό πνεύμα ανεπτυγμένο.

Όλα αυτά δίπλα σε ανθρώπους που η ζωή δεν τους χαμογέλασε. Στοιβαγμένες ψυχές σε γωνίες που απλώνουν το χέρι για ένα κέρμα… Αδέσποτες ψυχές. Χαμηλώνουν τα μάτια προτείνοντας την παλάμη τους.. Από συστολή. Καθένας και μια ιστορία. Λίγοι εκείνοι που το κάνουν από απάτη.

Το βλέπεις στα μάτια τους. Άνθρωποι, ψυχές που ξέπεσαν στη ζητιανιά. Θυμίζουν τον «Ζητιάνο» του Μιχάλη Καραγάτση. Η διαχρονική φιγούρα.

Δεν ξέρουν αν φταίει το κακό το ριζικό τους ή ο Θεός που τους μισεί. Ίσως να ευθύνεται μόνο η οικονομική κρίση και να είναι θύματα μιας βιομηχανίας που αντικαθιστά τα ανθρώπινα χέρια με ρομπότ. Μπορεί στο τέλος και τα ζητιάνικα χέρια να γίνουν ρομποτικά!

Ένα χαμόγελο ζορισμένο, χέρια ροζιασμένα και μάτια που είναι μονίμως βουρκωμένα. Έχουν παιδιά που δουλεύουν μεροκάματο σε εργοστάσια και σε ορυχεία, όσα απόμειναν ανοιχτά. Κρίση παντού.

«Ο γιος μου, παλικάρι μέχρι εκεί πάνω δεν ξέρει ότι ζω σε παγκάκι. Θα μου πείτε γιατί δεν πάω για δουλειά. Ποιος να με πάρει εμένα 60 χρονών; Εγώ θα έπρεπε τώρα να είχα βγει στη σύνταξη», θα μου πει ένας κύριος, Έλληνας. Κρατά ένα χαρτόνι και γράφει, «έχω 5 παιδιά και είμαι άνεργος. Δεν ζητώ ελεημοσύνη, μια βοήθεια μόνο…».

Το νιώθω ότι λέει αλήθεια. Ο κόσμος περνάει πάνω από τα τεντωμένα πόδια του. «Τα άπλωσα για να ξεκουραστώ λίγο. Όλη μέρα περπατούσα… Κατέληξα εδώ από την Πλατεία Βάθης. Έχει γεμίσει ναρκομανείς και κακοποιά στοιχεία.» Στενοχωριέται για την Αθήνα που έχει αλλάξει.

«Τις προάλλες μαχαιρώθηκαν δύο Μπαγκλαντεσιανοί μπροστά στα μάτια του. Ήταν ξημερώματα και είχε ξαπλώσει σε παγκάκι κοντά στην Σοφοκλέους. Καλό το συσσίτιο του Δήμου, μόνο που δεν φτάνει για όλους…» Το γέλιο του είναι θρήνος και τα χαλασμένα του δόντια μαρτυρούν ότι έχει περάσει από τα καράβια…

«Ο γιος μου ο μεγάλος έχασε χέρι και πόδι στο ορυχείο από τα φουρνέλα. Η γυναίκα μου σφουγγαρίζει σκάλες. Δεν θέλω να ξέρουν ότι ζητιανεύω. Απλώς θέλω να μπορώ να τους προσφέρω λίγο ψωμί, λίγο τυρί, τα απαραίτητα!»

Αλήθεια γιατί καθόμουν και συνομιλούσα με ένα «ζητιάνο»; Αναρωτιόμουν κι εγώ τι με παρακίνησε, μιας και είχα ξεκινήσει για μια βόλτα στα μαγαζιά. Άραγε ήταν η περιγραφικότητά του ή μήπως νόμιζα ότι έτσι έκανα το χρέος μου όσον αφορά στον συνάνθρωπο;

Οι γύρω μου με κοιτούσαν με απορία. Οι τσάντες Hermes και οι Gucci με χτυπούσαν στο κεφάλι καθώς περιδιάβαιναν πάνω μας. Δεν έμενα με τους δικούς του μόνο πήγαινε και άφηνε τα χρήματα στην γυναίκα του.

Δεν κακίζει το Θεό για την μοίρα του. «Ανθρώπινο λάθος», θα μου πει. Τρώει από τους τενεκέδες και πίνει νερό από το Σιντριβάνι. Τόσα χρόνια δεν έχω πάθει τίποτα. Μόνο όταν με δάγκωσε ένας αδέσποτος σκύλος πήγα για αντιτετανικό ορό… Δεν είμαι αλκοολικός, όπως οι περισσότεροι.

Με διώχνει. «Μην μένεις μαζί μου από οίκτο. Πήγαινε να προλάβεις τα μαγαζιά». Τα τελευταία του λόγια. Ντράπηκα. Του έδωσα πολλά περισσότερα χρήματα από ένα κέρμα. Ήθελα να κάνει Σαββατοκύριακο με την οικογένειά του.

Έφυγα και μόνο τα μάτια του είχαν αποτυπωθεί στο μυαλό μου. Διαρκώς βουρκωμένα. Θα ήθελα να χαθώ μέσα από αυτά στις δαιδαλώδεις σκέψεις του. Να μπορούσα για λίγο να κλέψω στις αναμνήσεις του και να έβρισκα την άκρη στον μίτο της ζωής του. Δηλαδή πώς κατέληξε άστεγος, ζητιάνος και μόνος. Να μιλάει με τον εαυτό του, χωρίς να του απαντά πάντα.

Δεν ξέρω αν θα τον ξαναδώ, δεν ξέρω αν θα είναι ζωντανός το επόμενο Σάββατο που θα ξαναπεράσω. Μόνο θα ήθελα ένα ανθρώπινο θαύμα να τον βοηθήσει εκείνον και την οικογένειά του. Το όνομά του δεν μου το είπε. Το μόνο που μου είπε είναι ότι ήταν Βασιλικός, γι’ αυτό θέλει να μένει κοντά στη Βουλή που είναι τα παλιά ανάκτορα… «Την γυναίκα του την λένε Φρειδερίκη, μόνο που δεν είχε την τύχη της», μου είπε.

Φεύγοντας μια κυρία με το παιδάκι της με προσπέρασαν και ακούστηκε με ψιθυριστή φωνή να του λέει, «Αν δεν διαβάζεις έτσι θα καταλήξεις να ζητιανεύεις, ούτε playstation θα έχεις ούτε Disneyland…».

http://www.zougla.gr/page.ashx?pid=2&aid=26857&cid=14

Αφήστε μια απάντηση