Δράσεις Πλησίον Street Work

ΕΠΕΙΔΗ ΚΑΤΙ ΧΑΣΑΜΕ

Στη Σμύρνη, Μέλπω. Ηρώ, στη Σαλονίκη.Στο Βόλο, Κατινίτσα, έναν καιρό.

Τώρα στα Βούρλα με φωνάζουν Λέλα.Ο τόπος μου, ποιός ήταν; Ποιοί οι δικοί μου;Αν ξέρω, ανάθεμά με.

Σπίτι, πατρίδα έχω τα μπορντέλα.Ως κι οι πικροί μου χρόνοι, οι παιδικοί μου,θολές, σβησμένες ζωγραφιές.

Κι είν’ αδειανό σεντούκι η θύμησή μου.Το σήμερα χειρότερο απ’ το χτες.Και τ’ αύριο απ’ το σήμερα θε να ‘ναι.Φιλιά από στόματ’ άγνωστα, βρισιές κι οι χωροφύλακες να με τραβολογάνε

.Γλέντια, καυγάδες ως να φέξει.Αρρώστιες, αμφιθέατρο, Συγγρού κι ενέσεις εξακόσια έξι.

Πνιγμένου καραβιού σάπιο σανίδι.Όλη η ζωή μου του χαμού.

Μ’ από την κόλασή μου, σού φωνάζω:Εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σού μοιάζω.

Μ’ από την κόλασή μου, σού φωνάζω:Εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σού μοιάζω.

Ομολογώ ότι δε ξέρω πως να αρχίσω, καλά καλά τι να γράψω. Δεν είμαι και εκπαιδευμένος στο γράφειν. Ψάχνοντας λοιπόν στο διαδίκτυο βρήκα το παραπάνω ποίημα της Γαλάτειας Καζαντζάκη, πρώτης συζύγου του Νίκου Καζαντζάκη. «Αμαρτωλό» είναι ο τίτλος του. Συνέπεσε με τα δημοσιεύματα για την Ρωσίδα οροθετική ιερόδουλο. Έχει και όνομα. Τατιάνα. Άραγε είναι αυτό το πραγματικό της όνομα; Αν και στο κάτω κάτω τι σημασία έχει; Μια μηχανή παραγωγής ηδονής είναι…

 

Πρωτομαγιά κάπου στην Καισαριανή, έμπλεξα στην κίνηση. Τράβηξα λοιπόν το χειρόφρενο στο αυτοκίνητο και μια που το ραδιόφωνο έπαιζε το συνηθισμένο αυτές τις μέρες προεκλογικό του πρόγραμμα, γαρνιρισμένο με αρκετή δόση φόβου για την επόμενη μέρα, άρχισα να αλλάζω τους σταθμούς που έχω αποθηκευμένους στη μνήμη. Σε κάποιον λοιπόν σταθμό συζητούσαν το θέμα με την «κακιά πόρνη» που χωρίς καμμία αιδώ μόλυνε τους συνανθρώπους μας. Ήταν εκεί που μου γεννήθηκαν μερικές σκέψεις.

 

Άραγε η «Τατιάνα» είναι η αποκλειστική υπεύθυνη; Θα μου πεις,όπως άκουσα, ας πρόσεχε…Πώς έφτασε όμως μέχρι εδώ; Και τι την έσπρωξε; Σε ποιούς πλήρωσε, πόσο και με τι τρόπο για να έρθει στην «γη της επαγγελίας»;

Δε ξέρω, σκέψεις γράφω που προσπαθώ να τις βάλω στη σειρά. Αλλά θυμάμαι εκείνη την περικοπή από το 8ο κεφάλαιο του κατά Ιωάννη Ευαγγελίου.

Λένε ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται άλλοτε σαν δράμα κι άλλοτε σαν κωμωδία. Κι εδώ σίγουρα δεν υπάρχει τίποτα το αστείο. Μόνο ναυάγια. Και μάλιστα πολλαπλά.

Όπως στην ευαγγελική περικοπή. Η επ’ αυτοφόρω μοιχευομένη που σύρθηκε μπροστά στον Ιησού και τους ανθρώπους από τον σωρό των «δικαίων», μόνη της ήταν μέσα στην κάμαρη; Που ήταν ο πληρώνων για λίγες στιγμές ηδονής; Πού ήταν εκείνος που χτύπησε την πόρτα της καλύπτοντας πιθανώς το πρόσωπό του στη σκιά;Κρύφτηκε πίσω από την ανωνυμία και τον φαρισαισμό. Έτσι δεν έγινε και σήμερα; Η «Τατιάνα» δεν είχε «πελάτες»;Κάποιοι δε ρισκάρανε για λίγες στιγμές ηδονικές;

Η φωτογραφία της «Τατιάνας» και κάθε «Τατιάνας» κάνει βόλτα σε όλα τα ΜΜΕ. Λες και η αναφορά στο περιστατικό και η διεύθυνση του «σπιτιού» δε θα έφτανε για να ενημερωθούν τα «θύματα». Θύματα της «Τατιάνας» ή θύματα του πάθος τους; Ας θυμηθούμε τα λόγια του Αποστόλου Παύλου: «Αυτός που σπέρνει στη σάρκα θα θερίσει από την σάρκα φθορά».

Μη με ρωτήσετε να πω ποιου η θέση είναι πιο δύσκολη. Ο Ιησούς είπε: «Ο αναμάρτητος πρώτος να πάρει και να ρίξει την πέτρα» Ας ρίξει πρώτος την πέτρα σ’ αυτή την γυναίκα, ας ρίξει πρώτος την πέτρα σε αυτούς που την συναντούσαν. Αρκετή έτσι κι αλλιώς είναι η πέτρα της ενοχής που τους έχει πετύχει κατάκαρδα. Πολύ ακριβή η πληρωμή, το αντίτιμο της αμαρτίας για την «Τατιάνα» και για τους άντρες εκείνους…

 

Μ’ από την κόλασή μου, σού φωνάζω:Εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σού μοιάζω…

 

Εκεί είναι η αιτία του κακού. Χάσαμε την εικόνα, χάσαμε τον δρόμο, τον προορισμό. Ξεχάσαμε τα Λόγια του Θεού, τα Λόγια της Δημιουργίας. «Ας κάμωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημών, καθ’ ομοίωσιν ημών» Γεν. 1:26

Επιλέξαμε δρόμους δικούς μας, δρόμους αδιέξοδους, δρόμους που καταλήγουν στον θάνατο. Η αμαρτία μας οδήγησε στον θάνατο. Όλους μας. Μα υπάρχει ακόμα γιατρειά. Είναι τα λόγια που είπε σε εκείνη την γυναίκα ο Ιησούς. «Ούτε εγώ σε καταδικάζω΄ύπαγε και στο εξής μην αμάρτανε»

Υπάρχει Εκείνος που ήρθε στη γη για να πάρει την θέση της «Τατιάνας» της κάθε «Τατιάνας», του κάθε ανθρώπου που πέρασε από αυτή τη γη, που εγκλωβίστηκε μέσα στα πάθη του και τα δεσμά του. Εκείνος που «δεν ήρθε να κρίνει τον κόσμο, αλλά να σωθεί ο κόσμος μέσω Αυτού». Που ήρθε να χαρίσει ζωή, ελευθερία. Άφθονα. Αιώνια. Και πάνω από κάθε τι, πάνω από κάθε ιστορία εδώ στη γη, υπάρχει μια πραγματικότητα. Είναι η αμαρτία μου που με φέρνει στον αιώνιο θάνατο. Μέσα στην ίδια πραγματικότητα περπατάει ο Ιησούς που μία φορά έγινε Παντοτινή Θυσία και απολύτρωση για αυτόν που θα τον εκζητήσει. Ο Ιησούς είναι ο Δρόμος που χάσαμε. Ο τάφος είναι αδειανός.

Του Δημήτρη Γκιάτα

( Από email που λάβαμε πριν λίγο)

Comments are closed.